τυφλός

τυφλός, ή, όν слепой; сущ. слепец

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "τυφλός" в других словарях:

  • τυφλός — blind masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυφλός — ή, ό / τυφλός, ή, όν, ΝΜΑ 1. αυτός που δεν βλέπει, που δεν έχει όραση, αόμματος (α. «είναι εκ γενετής τυφλός» β. «καί μιν τυφλὸν ἔθηκε Κρόνου παῑς», Ομ. Ιλ.) 2. (γενικά για τις αισθήσεις, τα αισθητήρια όργανα, αλλά και τη διάνοια, το πνεύμα)… …   Dictionary of Greek

  • τυφλός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που δε βλέπει, που δεν έχει όραση, αόμματος, στραβός. 2. μτφ., άκριτος, παράλογος, παράφορος: Τυφλή εκδίκηση. 3. ανεξέταστος, απεριόριστος: Τυφλή υποταγή. 4. που έχει μόνο είσοδο και καμιά έξοδο: Τυφλός δρόμος. 5. το αρσ.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τυφλός — [тифлос] επ. слепой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Τυφλὸς... ὁ Ἔρως. — См. Любовь слепа …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • τυφλοσ(ο)ύρτης — ο 1. αυτός που σέρνει, που καθοδηγεί τυφλό. 2. μτφ., πρόχειρο και πρακτικό βοήθημα, με το οποίο βρίσκει κανείς κάτι άκοπα και μηχανικά: Οι σχολικές μεταφράσεις είναι τυφλοσύρτες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Χειραγωγεῖ ὁ τυφλὸς τὸν μὴ βλέποντα. — См. Слепой зрячего ведет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • τυφλά — τυφλός blind neut nom/voc/acc pl τυφλά̱ , τυφλός blind fem nom/voc/acc dual τυφλά̱ , τυφλός blind fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυφλότερον — τυφλός blind adverbial comp τυφλός blind masc acc comp sg τυφλός blind neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυφλῶν — τυφλός blind fem gen pl τυφλός blind masc/neut gen pl τυφλόω blind pres part act masc voc sg (doric aeolic) τυφλόω blind pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) τυφλόω blind pres part act masc nom sg τυφλόω blind pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυφλόν — τυφλός blind masc acc sg τυφλός blind neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.